Τρίτη, Απριλίου 04, 2006

Back In The Village (Smith/Dickinson, Powerslave, 1984)

Αφορμή γι’ αυτό το ποστ στάθηκε κάτι που διάβασα εδώ, και φυσικά τα σχόλιά μου δεν αφορούν στη συγγραφέα, προς Θεού, απλά βάζω δικές μου σκέψεις στο θέμα!

Και δεν μπορώ να καταλάβω πως γίνεται αυτό ρε παιδί μου! Ακούω ολοένα και περισσότερες φωνές να αποκηρύσσουν τη ζωή στη μεγαλούπολη, να εκθειάζουν τη ζωή στην επαρχία, στο χωριό, με τις κοτούλες μας, τον μπαχτσέ μας και τα ζαρζαβάτια μας κι όμως, οι βρωμομεγαλουπόλεις διαρκώς μεγαλώνουν και μεγαλώνουν και γιγαντώνονται, καταπίνοντας ο,τιδήποτε βρεθεί στο διάβα τους με μια αγριότητα που θα ζήλευε και ο πρωτομάστορας καταπιόνας Κρόνος!

Και εντάξει, μην κοιτάτε εμένα που έφυγα από μια πόλη του ενός εκατομμυρίου για να πάω να μείνω σε μια άλλη των δεκατριών! Έχω επανειλημμένως δηλώσει σε φίλους και γνωστούς ότι τη μεγαλούπολη τη γουστάρω, γουστάρω το πλάκωμα στο στήθος που αυτή σου προσφέρει όταν περιδιαβαίνει κανείς στο κέντρο της και χαζεύει όλο δέος τα μεγα-κτίρια που είναι μπηγμένα στην καρδιά της και τα μιλιούνια από συμπολίτες που το τρέξιμο τους έχει γίνει συνήθεια. Αλήθεια, το έχετε προσέξει; Όσο μεγαλύτερη η πόλη, τόσο πιο φτεροπόδαροι οι πολίτες της! Δεν έχω πάει ποτέ στο Τόκυο, είναι η αλήθεια, αλλά βάζω από τώρα στοίχημα ότι τα γιαπωνεζάκια μετατρέπονται σε Κεντέρηδες στους δρόμους του. Αφήστε με εμένα τον τελειωμένο λοιπόν, που μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να εκφράζω τα επαρχιώτικα απωθημένα μου, καθ’ ότι μεγάλωσα σ’ ένα κωλοχώρι του ελληνικού βορρά, άσχετα αν και εκεί, πάλι σε διαμέρισμα έμενα ο δύσμοιρος! (Ω Ελλάντα με τις παγκόσμιες πρωτοτυπίες σου!)

Αλλά τί γίνεται τελικά με τους άλλους, αυτούς που φωνάζουν ότι δεν αντέχουν πια την πόλη; Θυμάμαι κάτι τέτοιες φάσεις τη συμπαθή τάξη των ετεροδημοτών...Ξέρετε, εκείνους που επισκέπτονται το χωριουδάκι τους κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο και άμα λάχει και σε τίποτε εκλογές, αν δηλαδή δεν έχουν μεταφέρει τα χαρτιά τους. Έχω μεγαλώσει παρατηρώντας αυτή την τάξη και πλέον, μετά τιμής, ανήκω κι εγώ σ’ αυτήν, άσχετα αν δεν το έχω πάρει ακόμη χαμπάρι. Έχω μεγαλώσει με την κλασσική ατάκα «Μα τι καλά που είστε εσείς εδώ!» που λέγεται ελαφρά τη καρδία. Λέγεται, γιατί πολύ λίγοι απ’ αυτούς ξέρουν τι πάει να πει ζωή στο κωλοχώρι, όχι τα Χριστούγεννα που αυτό ζωντανεύει, αλλά τις άλλες, εκείνες τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα που είναι πιο πιθανό να δεις στην πλατεία λύκους και τσακάλια παρά ανθρώπους να περπατούν. Ξεχνούν ότι ακόμη και τίποτε να μη σου λείπει από τις «χάρες» τις μεγαλούπολης, χωρίς λυμένο το οικονομικό σου πρόβλημα, ΠΟΥ θα πας ρε κακομοίρη και με τι φράγκα θα τη βγάζεις στο χωριό; Ή είσαι τόσο γελασμένος ώστε να νομίζεις ότι εκεί θα βρεις δουλειά; Θα κάνεις μια νέα αρχή μήπως; Αμ δε!

Έχω την αίσθηση ότι τα περισσότερα από αυτά τα μεγάλα λόγια λέγονται εκ του ασφαλούς. Έχω την αίσθηση ότι για τους περισσότερους από τους wannabe χωριάτες, η ζωή στο χωριό είναι καλή αρκεί να υπάρχει αμαξάκι και μεγαλούπολη σε «απόσταση βολής». Η όλη λογική δηλαδή για μένα συνοψίζεται στο εξής : «Άσχημη και τρισάθλια η μεγαλούπολη, θα πάω να μείνω λοιπόν στο χωριό παίζοντάς το έξυπνος ενώ όλοι οι υπόλοιποι μαλάκες θα μείνουν πίσω, διατηρώντας την ασχήμια της αλλά και τα καλά της (βλέπε τα Πράδα της, τα Ντόλκε Γαβάννα της, τα Στερ της και τα Βίλατζ της—ω τι ειρωνεία—τις μπουζουκερί της και τα μουζίκ χωλ της) και τα οποία, αν και όποτε θελήσω, θα έχω στη διάθεσή μου».

Για άλλη μια φορά λοιπόν το μεγαλείο της σκέψης του Νεοέλληνος βρήκε τη λύση στο πρόβλημά του. Με την ίδια ακριβώς λογική του χωριάτη που το ‘παιζε έξυπνος, πηγαίνοντας να μείνει στην πόλη, αγοράζοντας διαμέρισμα από αντιπαροχή, αφήνοντας τους μαλάκες συγχωριανούς του πίσω να «φυλάνε Θερμοπύλες» και όλα τα υπόλοιπα, τσιμέντο να γίνουν—όπως κι έγιναν τελικά!

Εγώ πάλι λέω το άλλο : Το να μεταφέρουμε τους ταλαίπωρους εαυτούς μας από το ένα μπουρδέλο στο άλλο, μεταφέροντας ταυτόχρονα και τη σκατιάρικη νοοτροπία μας δεν είναι λύση κύριοι! Το να απαιτούμε όμως πιο ανθρώπινες πόλεις, πιο ανθρώπινα χωριά και κυρίως, το να αλλάξουμε τα ίδια μας τα μυαλά που μας οδήγησαν ως εδώ ίσως, ναι, είναι!